Απρίλιος 22


Το φως που σβήνει


Και όλοι εμείς, βλέποντας σαν μέσα σε κάτοπτρο τη δόξα

του Κυρίου, με ξεσκεπασμένο πρόσωπο… (Β΄ Κορινθίους 3:18).

Ένας υπηρέτης του Θεού πρέπει να στέκεται τόσο πολύ μόνος, που να μην αισθάνεται ποτέ ότι είναι μόνος. Στα πρώτα στάδια της χριστιανικής μας ζωής έχουμε απογοητεύσεις - άνθρωποι που κάποτε ήταν φώτα για μας τρεμοσβήνουν, και άλλοι που στέκονταν κάποτε μαζί μας απομακρύνονται. Πρέπει να συνηθίσουμε τόσο πολύ σε αυτό ώστε να μην αισθανόμαστε ποτέ ότι είμαστε μόνοι. «Όλοι με εγκατέλειψαν…όμως, μου παραστάθηκε ο Κύριος» (Β΄ Τιμόθεον 4:16-17). Πρέπει να κτίσουμε την πίστη μας, όχι πάνω στο φως που σβήνει, αλλά πάνω στο φως που ποτέ δεν σβήνει. Όταν οι ‘μεγάλοι’ άνδρες αποχωρήσουν λυπούμαστε, ωσότου δούμε ότι έπρεπε να αποχωρήσουν· το μόνο που μένει είναι να βλέπουμε στο πρόσωπο του Θεού από μόνοι μας.

Μην αφήσεις τίποτε να σε εμποδίζει από το να ατενίζεις με αυστηρή αποφασιστικότητα στο πρόσωπο του Θεού όσον αφορά τον εαυτό σου και το δόγμα σου. Και κάθε φορά που κηρύττεις, φρόντισε πρώτα να ατενίσεις στο πρόσωπο του Θεού όσον αφορά το μήνυμά σου, και τότε, η δόξα θα το συνοδεύει ως το τέλος. Ένας χριστιανός εργάτης είναι εκείνος που διαρκώς κοιτάζει στο πρόσωπο του Θεού και έπειτα προχωρεί για να μιλήσει στους ανθρώπους. Το χαρακτηριστικό της διακονίας του Χριστού είναι η ασυναίσθητη δόξα που μένει. «Ο Μωυσής δεν ήξερε ότι το δέρμα του προσώπου του είχε γίνει λαμπερό, καθώς μιλούσε μαζί Του» (Έξοδος 34:29).

Το κάλεσμά μας δεν είναι ποτέ να παρατάσσουμε τις αμφιβολίες μας ή να εκφράζουμε τις κρυφές εκστάσεις της ζωής μας με τον Θεό. Το μυστικό της ζωής του εργάτη του Θεού είναι ότι παραμένει πάντοτε σε αρμονία με τον Θεό.